logo mg gr
Τρίτη, Νοέμβριος 21, 2017
youtubelogo

ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΑΡΙ ΠΡΕΚΑ

Το Φεστιβάλ Μεγάρου Γκύζη 2009 σηκώνει αυλαία την 1η Αυγούστου με μία ξεχωριστή έκθεση ζωγραφικής του μεγάλου ζωγράφου ΠΑΡΙ ΠΡΕΚΑ (1926-1999), αφιέρωμα μνήμης του «καλλιτέχνη της φυγής και της αναζήτησης» δέκα χρόνια φέτος από τον θάνατό του. Τίτλος έκθεσης: “Οι Λιθογραφίες στο Ταξίδι του Πάρι Πρέκα”. Θα εκτεθούν 25 μεγάλες λιθογραφίες του καλλιτέχνη, οι περισσότερες από αυτές δοκίμια από το προσωπικό του αρχείο, με θέμα τα άλογα, τα τάνκερς και τοπία της Ελλάδας (ανάμεσά τους δεσπόζουσα θέση κατέχει η Σαντορίνη, τόπος καταγωγής του πατέρα του). Την επιμέλεια της έκθεσης έχει ο Γιάννης Παπακωνσταντίνου, Καλλιτεχνικός Διευθυντής Μεγάρου Γκύζη, σε συνεργασία με την Μερόπη Πρέκα, σύντροφο του Πάρι Πρέκα.

Εγκαίνια: 1η Αυγούστου 2009, ώρα 9 μμ
Θα προλογίσει ο Ιστορικός Τέχνης Καθηγητής Μανόλης Βλάχος.

Διάρκεια έκθεσης: 1 - 23 Αυγούστου 2009

click για κατάλογο έκθεσης

click για αφίσα έκθεσης

Δέκα χρόνια μετά το αναπάντεχο «φευγιό» του, ο ζωγράφος των «Τάνκερ» και των «Αλόγων», του «Νικητή» και του «Ηττημένου», του «Ικάρου», των τοπίων της Ελλάδας και τόσων άλλων έργων στην πολύχρονη εικαστική περιπλάνησή του, ο μεγάλος μας δημιουργός Πάρις Πρέκας βρίσκεται πάλι κοντά μας με την έκθεση "Οι Λιθογραφίες στο Ταξίδι του Πάρι Πρέκα", υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση και επιμέλεια του Γιάννη Παπακωνσταντίνου αλλά και τη φροντίδα της συντρόφου του Μερόπης Πρέκα, που φιλοξενείται από 1-23 Αυγούστου στο Πνευματικό Κέντρο «Μέγαρο Γκύζη» στα Φηρά Σαντορίνης. Μεταξύ των έργων που θα εκτεθούν είναι και τα οκτώ εικονιζόμενα σ΄αυτήν την ιστοσελίδα έργα του Πάρι Πρέκα.

Για το έργο του Πάρι Πρέκα θα μιλήσει τη βραδιά των εγκαινίων ο Ιστορικός Τέχνης Καθηγητής Μανόλης Βλάχος. Ο κ. Βλάχος διδάσκει Ιστορία της Ευρωπαϊκής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έχει στο ενεργητικό του πολλά συγγράμματα σχετικά με την ελληνική και ευρωπαϊκή τέχνη. Είναι επίσης συγγραφέας της εισαγωγής που περιέχεται στο λεύκωμα «Η γένεση της νεώτερης ελληνικής ζωγραφικής (1830-1930)» από τη Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος.

«Μέσα από την τέχνη του ο Πάρις Πρέκας εκφράζει με κάθε έννοια το ταξίδι, την τάση της φυγής, τη λαχτάρα της αναζήτησης. Τα λιμάνια του Αιγαίου και τα τοπία από την ελληνική φύση, τα πανιά και τα πλεούμενα, η αγάπη του για τον κόσμο της αρχαιότητας, το πέταγμα του Ίκαρου, οι κινήσεις των αλόγων, οι όγκοι των τάνκερς, όλα, εκφράζουν άμεσα και υπαινικτικά τη φυγή από τη συμβατικότητα, την αποδέσμευση από την καθημερινότητα, την έννοια της προσωπικής ελευθερίας», σημειώνει ο Κώστας Σερέζης για την τέχνη του Πάρι Πρέκα.

Φωτογραφίες από την βραδιά των εγκαινίων (1/8/2009)

_________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΠΑΡΙΣ ΠΡΕΚΑΣ (1926-1999)

Ο Πάρις-Αλέξανδρος Πρέκας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 1926. Η περιπέτεια της ζωγραφικής ξεκίνησε για τον Π. Πρέκα σαν ένα απλοϊκό παιχνίδι στην «Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών», όπου σπούδασε από το 1948 έως το 1952 κοντά στους Δημήτρη Μπισκίνη, Ανδρέα Γεωργιάδη και Ουμβέρτο Αργυρό. Σπουδαστής ακόμα, ενταγμένος στο ΕΑΜ τον καιρό της Κατοχής, ζωγράφισε την «Ελλάδα που σπάει τις αλυσίδες» της σκλαβιάς. Αυτό έγινε αφορμή να συλληφθεί το Δεκέμβρη του 1944 και να σταλεί μαζί με χιλιάδες άλλους αγωνιστές του ΕΑΜ, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ελ Ντάμπα της Αιγύπτου. Αυτές οι βιωματικές εμπειρίες του 18χρονου Π. Πρέκα καταγράφονται ανεξίτηλα στην ψυχή του κι άλλοτε γίνονται βάρος που σε λυγίζει, άλλοτε γίνονται «φτερά του Ικάρου».

Λίγα χρόνια αργότερα (1963), συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης. Η εκθεσιακή του δραστηριότητα ξεκινά το 1955 με ατομική έκθεση της ζωγραφικής του δημιουργίας, στην γκαλερί «Ζαχαρίου». Ακολούθησαν εκθέσεις ζωγραφικής το 1958 και το 1964, ενώ το 1972 και το 1977 παρουσίασε και τη γλυπτική του δραστηριότητα. Από τις πολλές ατομικές παρουσιάσεις της τελευταίας δεκαετίας της ζωής του, σημειώνουμε τις εκθέσεις σε Θεσσαλονίκη (1992), Κατερίνη (1993), Λευκωσία και Σαντορίνη (1994), Αθήνα (1996). Η τελευταία έκθεση έργων του ήταν το 1997 στην «ART Αθήνα 5», στο περίπτερο της γκαλερί «Αργώ».

Παράλληλα, ο Πάρις Πρέκας συμμετείχε σε πολλές ομαδικές και θεματικές εκθέσεις, Πανελλήνιες 1952-1975, στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στα Ιωάννινα κ.α. Πλούσια ήταν και η εκθεσιακή του δραστηριότητα στο εξωτερικό. Ξεκινώντας το 1956, συμμετείχε σε εκθέσεις στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, στη Νέα Υόρκη, στην Ιαπωνία, στην Ελβετία, στην «1η Μπιενάλε Νέων Ζωγράφων» (Παρίσι 1959), στην «8η Μπιενάλε Σάο Πάολο» (1965) και «7η Μπιενάλε Αλεξάνδρειας» (1968).

'Εχει βραβευθεί με το Βραβείο της Α.Σ.Κ.Τ. (1952), με Α' Βραβείο Ζωγραφικής στην Αθήνα (1958) και με Β' στο Παρίσι (1959), καθώς και με το «Αργυρό Μετάλλιο της Πόλης των Παρισίων» το 1962 για την ζωγραφική του δημιουργία.

Το έργο του κινείται στον αφαιρετικό εξπρεσιονισμό, χωρίς να απομακρύνεται από το παραστατικό και γεωμετρικό ιδίωμά του.

Έχει ασχοληθεί ακόμη και με την γλυπτική και την κοσμηματοποιία και έχει διακοσμήσει σειρά δημόσιων χώρων.

Ο Πάρις Πρέκας απεβίωσε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 1999.

Ένας μεγάλος δημιουργός
Δέκα χρόνια απουσίας του συμπληρώνονται σε λίγους μήνες. Ήταν 1η του Νοέμβρη 1999 όταν το ταξίδι της ζωής για «τον καλλιτέχνη της φυγής και της αναζήτησης» σταμάτησε, απρόσμενα, στα 73 του χρόνια. Ο ζωγράφος των «Τάνκερ», και των «Αλόγων», του «Νικητή» και του «Ηττημένου», των «Ικάρων», των τοπίων της Ελλάδας και τόσων άλλων έργων, ο δημιουργός, που με πυξίδα την ψυχή του μας έκανε κοινωνούς μιας τέχνης μεγάλης ομορφιάς, πέρασε στον κόσμο της σιωπής, αφήνοντας σε όλους όσοι γνώρισαν τον ίδιο και το έργο του, ένα τεράστιο κενό.

Ζωγράφος, γλύπτης και διανοούμενος ο Π. Πρέκας διακρινόταν για το ήθος στην προσωπική και καλλιτεχνική του ζωή, την πίστη του σε διαχρονικές αξίες, την αγάπη του για τη φύση και τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Μέσα από την τέχνη του, ο Π. Πρέκας εκφράζει με κάθε έννοια το ταξίδι, την τάση της φυγής, τη λαχτάρα αναζήτησης. Ακουαρέλες, λάδια, τοιχογραφίες σε μεγάλες επιφάνειες, κόσμημα, έπιπλο, αλλά και γλυπτική, όταν ο καλλιτέχνης ένιωσε την ανάγκη «να μετουσιώσει τις φόρμες και τους τόνους της ζωγραφικής σε ύλη», ήταν μερικά από τα μονοπάτια που εξερεύνησε. Για τον ίδιο: «Η τέχνη είναι μια γλώσσα που θέλει να μιλήσει. Η μαγεία του έργου τέχνης είναι ότι μπορεί να λέει κάτι πέραν αυτού που δείχνει...». «Μία ζωή ζωγράφιζα όπως ανέπνεα», έλεγε χαρακτηριστικά. «Ποτέ δε σκέφτομαι τι και πώς πρέπει να ζωγραφίσω. Δε σκέπτεται κανείς ότι πρέπει ν' αναπνεύσει...».

«Σκύβοντας στα σαράντα χρόνια της δουλειάς μου βλέπω ένα παλίμψηστο γεμάτο με εικόνες, με θάλασσες, με πλοία, με ιππείς, με μάχες, ιπτάμενες μορφές, τον ίσκιο μιας βελόνας σε επιφάνεια κυρτή. Όλα σύμβολα κάποιων, άγνωστών μου, προθέσεων. Ναι, είναι η περιπέτειά μου. Τα νησιώτικα λιμάνια, ο Πλούταρχος, τα άλογα, ο Ίκαρος, τα ποντοπόρα πλοία...»

Η ακουαρέλα (υδατογραφία) τον συντρόφευε σε όλη τη μακρόχρονη εικαστική του πορεία. Ήταν η μεγάλη αγάπη του, μέχρι το τέλος της ζωής του, το υλικό που έδωσε «σάρκα και οστά» στα καλπάζοντα άλογά του, στο γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού. Όπως χαρακτηριστικά σημείωνε: «Η ακουαρέλα είναι η τέχνη του νερού. Η προσπάθεια του καλλιτέχνη να συγκρατήσει την πρώτη εντύπωση ή μια ιδέα που φοβάται να μη χαθεί. Γι' αυτό είναι γρήγορη - νευρική - ατελείωτη. Μπορεί να μοιάζει με μια πρόχειρη σημείωση πάνω σε πακέτο από τσιγάρα, η οποία σε μια άλλη στιγμή θα βοηθήσει ένα κείμενο... Το χαρτί κάθετα στημένο, ώστε να κυλάει το νερό. Το πινέλο θα περάσει γοργά για μια και μοναδική φορά, χωρίς επαναλήψεις και χωρίς άσπρο χρώμα, αφού το άσπρο το προσφέρει το χαρτί, λόγω της διαφάνειας του χρώματος, και η ευχή, όταν τελειώσω να 'χω το αίσθημα ότι δεν πρόλαβα να κάνω αυτό που ήθελα. Και εάν πάλι κάποια ευτυχής στιγμή βγάλει μια καλή ακουαρέλα, πιστέψτε με, ένα αίσθημα ζήλιας με διακατέχει, διότι, ξέρω πολύ καλά πως δεν πρόκειται να την ξανακάνω».

«Και εάν η ποίηση είναι ζωγραφική με λόγο, η μουσική είναι ζωγραφική με ήχο... Ομως η ώρα της ακουαρέλας είναι ιερή. Είναι ερωτική πράξη. Η ακουαρέλα είναι αυλή. Προσοχή στη χειρονομία. Αυτή ας είναι ελεύθερη, νευρική, αργή, ξέγνοιαστη».

«Ο καλλιτέχνης ζει διαρκώς κάτω από μια εικαστική διαστροφή. Για να εκφραστεί μεταχειρίζεται, αντί για λέξεις και φράσεις, φόρμες χρώματα, ρυθμό. Αυτή είναι η γλώσσα του. Ιδίως στην ακουαρέλα, χωρίς την παρεμβολή του μυαλού, η εντολή δίνεται κατ' ευθείαν από τα μάτια στα χέρια. Το μυαλό ίσως είναι ανεπιθύμητο», έγραφε σε ένα σημείωμα για την τέχνη του ο Πάρις Πρέκας, ο σοφός καλλιτέχνης με την ασύγκριτη ευγένεια, ο διαλεκτικός με τον χρωστήρα δημιουργός, που χανόταν σε σκοτεινά και περιπαθή πορφυρά ή κυανά χρώματα, σε λάμψεις υποχθόνιες σε αδρανή νερά, σε αντικαθρεφτισμούς με ουρανούς που συμβιώνουν με πλοία, που συνομιλούσε θαρρείς με τα αγάλματα του Ριάτσε σε μια έξαρση μεταφυσική, που ενθουσιαζόταν με τους αρχαίους μύθους, τα άλογα της ζωφόρου, του Κενταύρους της Ολυμπίας, με πράσινες και καφετιές ανταύγειες, πλάθοντας με τα χέρια του εμπνευσμένα έργα, αντικείμενα-παιχνίδια.

«Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τοπιογραφία ο Πάρις Πρέκας δεν ήταν δυνατό να μη στραφεί στην υδατογραφία για να εκφράσει καλύτερα τις συναντήσεις του με το φυσικό χώρο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Χρύσανθος Χρήστου. «Με την τοπιογραφία συνδέεται ιδιαίτερα η υδατογραφία και μ' αυτή μας δίνει μερικές από τις πιο σημαντικές διατυπώσεις της. Θεματική αφετηρία της υδατογραφίας του Πρέκα είναι ο φυσικός και ο ανθρώπινος χώρος, χωρίς την ανθρώπινη μορφή, μια συνάντηση και μια εσωτερική συνομιλία με κάθε περιοχή του ελληνικού χώρου, περισσότερο του νησιωτικού. Το μορφοπλαστικό λεξιλόγιό του στην υδατογραφία, χωρίς να θυσιάζει εντελώς την οπτική πραγματικότητα, χρησιμοποιεί κάπως τη σχηματοποίηση και βασίζεται σε ιμπρεσιονιστικούς περισσότερο τύπους και την αξιοποίηση του ρόλου του φωτός».

Ο Καθηγητής Μανόλης Βλάχος μιλά για τη μαγεία της τέχνης του Πάρι Πρέκα και σημειώνει: «Στην υδατογραφία του Πάρι Πρέκα θαυμάζει κανείς προπάντων τη σύλληψη της εικόνας: την ιδιότυπη μετάπτωση του φυσικού τοπίου στο εικαστικό του αντίκρισμα, την ισορροπία με την οποία καταγράφεται η σύνθεση των οπτικών δεδομένων, της ελευθερίας που διεκδικεί ο καλλιτέχνης κατά την ερμηνευτική του απόπειρα και των δυνατοτήτων που παρέχει το μέσον, η υδατογραφία».

«Ανεπανάληπτο θησαυρό» χαρακτηρίζει τις ακουαρέλες του Πάρι Πρέκα, ο Στέλιος Λυδάκης, τονίζοντας ότι «ανταποκρίνονται τελείως στο χαρακτήρα αυτού του ενθουσιώδους, της ενθουσιώδους στιγμής που αφομοιώνεται κάτι σχεδόν εκστατικά. Έχουν κάτι το αχειροποίητο, πολλές φορές νομίζεις ότι το χρώμα δεν το έχει αγγίξει χέρι ανθρώπου».

«Μετρ της ελληνικής υδατογραφίας» έχει χαρακτηρίσει τον Πάρι Πρέκα ο Νίκος Γρηγοράκης, που σημειώνει: «Με την πρώτη κιόλας ματιά οι υδατογραφίες του Πρέκα σε αιχμαλωτίζουν. Ο χρωστήρας του σε παρασύρει για να σε σαγηνεύσει. Με τα λιτά μέσα της ακουαρέλας ο ζωγράφος πετυχαίνει να ξεπεράσει την ιεραρχία των τεχνικών και μεταλλάσει την διαφάνεια και την ρευστότητα, βασικά στοιχεία της ακουαρέλας, σε εικόνες ζωής, σε φωτοαντίγραφα αισθήσεων». Και συνεχίζει ο Νίκος Γρηγοράκης ειδικά για τις ακουαρέλες του Π. Πρέκα με θέμα την Σαντορίνη: «Σ΄αυτήν την σειρά υδατογραφιών ο Πρέκας μοιάζει σαν να έχει αιχμαλωτίσει εκείνο το εκτυφλωτικό αιγαιοπελαγίτικο φως που σε τυφλώνει. Αρχιτεκτονικά οικιστικά σύνολα, τα Φηρά, η Οία, σκαρφαλωμένα, εποπτεύουν τον γύρω χώρο ενορχηστρώνοντας μια μουσική συμφωνία που σαν δέηση υψώνεται από το άσπρο των εκκλησιών με ένταση να συναντήσει το μπλε του ουρανού. Κι άλλοτε τα κάτασπρα σπίτια, κοπάδι το ένα δίπλα στο άλλο, λες και έχουν στήσει χορό στο γαλβανισμένο γύρω τοπίο, από την επικαθισμένη λάβα του ηφαιστείου... Και εγώ, ο θεατής να αναπολώ καθισμένος σε μια πεζούλα άλλοτε εκείνο το λιόγερμα, εκείνη την ερωτική, τη μοναδική στιγμή που η μέρα παραδίνεται στη νύχτα και άλλοτε να προσμένω ξάγρυπνος το πρώτο χάραμα, το φως της αμφιλύκης, να μου φωτίσει το απόκρυφο μονοπάτι, που βγάζει στην χαμένη Ατλαντίδα ...».

Ιδιαίτερη θέση στη δημιουργία του κατέχει η θάλασσα και το πλοίο. «Συχνά αναρωτιέμαι γιατί ζωγραφίζω τη θάλασσα και το πλοίο», έλεγε ο Π. Πρέκας. «Λογική απάντηση δεν πήρα. Την πήρα, όμως, μέσα από την ποίηση. Τον Όμηρο, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη...». «Για τον Π. Πρέκα», σημειώνει ο Χρ. Χρήστου, «η θάλασσα συνδέεται ιδιαίτερα με το μεγάλο βαπόρι, το αγκυροβολημένο στο λιμάνι και με τη στενή γλώσσα της στεριάς που μοιάζει σαν να επιτίθεται. Με την τονισμένη και ενεργητική αντίθεση τόσο θεματικών τύπων - θάλασσας και καραβιού, στεριάς και θάλασσας - όσο και των χρωματικών αξιών, επιβάλλονται σύνολα που διακρίνονται για τον πλούτο της εκφραστικής τους γλώσσας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια θαλασσογραφία στην οποία θεματικές ενότητες και χρωματικές αξίες ανταγωνίζονται για να δώσουν και κάτι από το χαρακτήρα της συνάντησης του ανθρώπου με τη θάλασσα. Με την έμφαση άλλοτε στα ήρεμα εξπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά, η θαλασσογραφία του Πρέκα μας δίνει τόσο την ήρεμη και εσωτερική επαφή με τη θάλασσα όσο και την προσπάθεια υποταγής της στον άνθρωπο».

Εκτός από τα γνωστά πλοία - τάνκερ, ο Πάρις Πρέκας είχε κατ' εξοχήν ασχοληθεί τόσο στη ζωγραφική όσο και στη γλυπτική με το άλογο, που ήταν πάντα για αυτόν σύμβολο ελευθερίας, σύντροφος και συμπολεμιστής. Όπως ο ίδιος έγραφε για την ενότητα με θέμα τα άλογα, στη σειρά «Νικητής και Ηττημένος», «μέσα στον κόσμο αισθάνομαι άβολα. Υπάρχει κάτι στην ατμόσφαιρα που μου εξουδετερώνει την πυξίδα και χάνομαι. Τότε ξανακοιτώ την παλέτα μου... Σ' ένα παλιό μου μπλοκ, δίπλα στο σχέδιο ενός αλόγου μια πρόχειρη σκέψη "Η εξωτερική φόρμα, σαν αποτέλεσμα της εσωτερικής λειτουργίας καταλήγει σε σύμβολο". Ας ξανασχεδιάσω άλογα... Δουλεύοντας επάνω σε χαρτιά, τελάρα και γύψους, άθελά μου μια μορφή κυριαρχεί. Η μορφή του ιππέα. Άλλοτε σκυφτή κι άλλοτε όρθια. Πότε στη σκιά, πότε στο φως. Τελικά, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, αυτό που βγαίνει απ' όλη αυτή την περιπέτεια, είναι η αυτοπροσωπογραφία μου. Εγώ ο νικητής, εγώ κι ο ηττημένος».

Ο Νίκος Ζίας έχει αναφερθεί κυρίως στο γλυπτικό έργο του Πάρι Πρέκα, στην ανάγκη να μετουσιώσει τις φόρμες και τους τόνους της ζωγραφικής σε ύλη. Ο Π. Πρέκας φιλοτέχνησε γλυπτά, ισάξια των ζωγραφικών του έργων. Η γλυπτική του «συνομιλεί με τον κόσμο της παράδοσης, της μακραίωνης Ελληνικής παράδοσης», την οποία συνδυάζει με την αφαίρεση, τον κυβισμό, τον εξπρεσιονισμό, αλλά και τις σουρεαλιστικές αναζητήσεις. Ακόμη, ο Ν. Ζίας έχει αναφερθεί στις μνημειακές συνθέσεις του κορυφαίου μας δημιουργού, στα έργα τα οποία ενσωμάτωσε στη σύγχρονη αρχιτεκτονική. Ενδεικτικά αναφέρουμε το ανάγλυφο σε μπρούντζο της Εθνικής Τράπεζας του Συντάγματος, τον εξωτερικό τοίχο της Τράπεζας της Ελλάδας στα Γιάννενα και την έκταση της εξωτερικής επιφάνειας του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. «Με τα έργα αυτά... εκτός από την παρουσία του που μας γέμιζε μ' αυτό το άρωμα της ευγένειας άλλων καιρών, αλλά πάντοτε μέσα στη σύγχρονη εποχή, πλούτισε την καθημερινή μας ζωή μ' αυτά τα ψήγματα ομορφιάς, δίνοντας αισθητική σε άψυχα κτίρια, φέρνοντας κοντά μας τη ζωηφόρα φωνή της καλλιτεχνικής του δημιουργίας».

Ο Στέλιος Λυδάκης έχει διατρέξει όλα τα στάδια των ενδιαφερόντων του πολύμορφου ζωγράφου, ξεκινώντας από την αναζήτηση του ηρωικού - τραγικού και καταλήγοντας στην ιδέα του Ικάρου. Ανάμεσά τους, τα πορτρέτα, μία «από τις σημαντικότερες πτυχές του έργου του Πρέκα», τα οποία δεν είναι «απλώς η απεικόνιση ορισμένων χαρακτηριστικών, αλλά η ερμηνεία της ψυχής». Ακόμα, έχει αναφερθεί στη λατρεία του ζωγράφου για το άλογο και τους ιππείς, που κατέληξε στη θαυμάσια σειρά του «Νικητή και Ηττημένου», για να συνεχίσει με τα άλογα του Παρθενώνα, τα Φειδιακά αγάλματα, τους ήρωες του Ριάτσε... Μοναδικά και ανεπανάληπτα τα τάνκερ του Π. Πρέκα, που «άλλαξαν τη ματιά μας για τους γίγαντες αυτούς της θάλασσας», αλλά και τα τοπία του. Ενα «πορτρέτο» της Ελλάδας, που ξεκινά από τη Βεργίνα, συνεχίζει στο Άγιον Όρος, στο Πήλιο και την Ιτέα, και καταλήγει στην Κρήτη, τις Κυκλάδες και το Καστελόριζο, «την τελευταία σταγόνα Ελλάδας κατάντικρυ στην Ιωνία». «Ένας θησαυρός ανεπανάληπτος» οι ακουαρέλες του, οι οποίες αποτελούν «ένα μεγάλο κεφάλαιο στα πλαίσια της νεοελληνικής ζωγραφικής».

Πάρις Πρέκας «Το Ταξίδι μου»
Ένα μέρος της δημιουργίας του Πάρι Πρέκα, το οποίο αναφέρεται στα εικαστικά του ταξίδια, φιλοξενείται στο λεύκωμα "Πάρις Πρέκας - το ταξίδι μου", που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1997 από τις εκδόσεις "Τοπίο". Παρουσιάζονται 90 δημιουργίες του μεγάλου ζωγράφου από τις σειρές "Άσπρα πανιά" και Prekas taxidi"Τάνκερ", καθώς και το γλυπτό "Μυθιστόρημα", έργα που σχετίζονται με τη θάλασσα και το ταξίδι.

Όπως αναφέρει ο Κώστας Σερέζης, ο οποίος υπογράφει και το κείμενο του λευκώματος, "μέσα από την τέχνη του ο Π. Πρέκας εκφράζει με κάθε έννοια το ταξίδι, την τάση φυγής, τη λαχτάρα αναζήτησης".

"Η ζωγραφική είναι σοβαρή υπόθεση, αλλά μερικές φορές αρχίζει σαν ένα απλοϊκό παιχνίδι. Πάντα πίστευα ότι για εμάς τους ζωγράφους, δεν είναι αρκετό να βάφουμε απλά ένα μουσαμά. Πρέπει να κάνουμε το έργο τέχνης να είναι ταυτόχρονα και ένα κείμενο", σημείωνε ο ίδιος ο Πάρις Πρέκας.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Ξεκινά από μία σειρά έργων του καλλιτέχνη - τα "Ασπρα πανιά" - που πραγματοποιήθηκαν κατά την παραμονή του στην Ύδρα, ενώ η περιπέτεια με τα τάνκερς άρχισε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Ιτέα, την περίοδο του πολέμου Ιράν - Ιράκ. Και συνεχίζει ο ίδιος: «Το "Μυθιστόρημα" του Γ. Σεφέρη, που μιλά για θάλασσα, ταξίδια και χαμένους έρωτες, με έκανε να μην εγκαταλείψω αυτή την εικαστική μου περιπέτεια. Η τέχνη είναι γλώσσα που θέλει να μιλήσει. Κάποια στιγμή άφησα το μπλοκ με τις ακουαρέλες για λίγο διάστημα, και όταν το ξανάνοιξα, συνέχισα με πιο επιθετικές φόρμες και αυτή τη φορά ήταν με λάδια. Αποτύπωνα λεπτομέρειες και σκληρές συγκρούσεις χρωμάτων».

«Η Ελλάδα του Πάρι Πρέκα» - Οδοιπορικό καρδιάς
Ένα χρόνο μετά το θάνατο του καλλιτέχνη, κυκλοφορεί το δεύτερο λεύκωμα για το έργο του με τίτλο «Η Ελλάδα του Πάρι Πρέκα». Περιλαμβάνει 140 ακουαρέλες, που ο καλλιτέχνης άρχισε να προετοιμάζει αρκετό καιρό πριν τον αιφνίδιο χαμό του. Οι υδατογραφίες αυτές είναι έργο ζωής του καλλιτέχνη, ο οποίος Prekas Elladaεδώ και σαράντα χρόνια περιδιάβαινε την Ελλάδα «σαν τους παλιούς περιηγητές, απ' άκρου εις άκρον». Όπως σημειώνει ο Κ. Γεωργουσόπουλος, «ο Πάρις Πρέκας ανακαλύπτει την Ελλάδα, ταξιδεύοντας μέσα στην ιστορία, σαν τον Παυσανία, και τεκμηριώνει στα τοπία τους την ιστορική τους μνήμη».

«Το τοπίο στην Ελλάδα, αυτό καθεαυτό», ανέφερε ο Π. Πρέκας, «είναι ένα δώρο του θεού, που σε συνεργασία με το πνεύμα των ανθρώπων που την κατοίκησαν, σφραγίστηκε από ένα ρυθμό που δημιούργησε το μέτρο και δεν περιορίστηκε στο χώρο μόνο, αλλά κατέληξε σε μέτρο ζωής. Θέλω να κρατήσω ό,τι απέμεινε, ό,τι προλάβω από την καταστροφή να σώσω. Να της κάνω το πορτρέτο».

Ένα «πορτρέτο» που ξεκινά από τη Βεργίνα, συνεχίζει στο Άγιον Όρος, στο Πήλιο και την Ιτέα (τη θαλασσινή πολιτεία που γέννησε τα περίφημα λάδια με τα τάνκερ του), για να καταλήξει στην Κρήτη, τις Κυκλάδες και το Καστελόριζο («την τελευταία σταγόνα Ελλάδας κατάντικρυ στην Ιωνία»). Εκατόν σαράντα ακουαρέλες που συναρμολογούν ένα οδοιπορικό της καρδιάς ανά την Ελλάδα. «Χωρίς στόμφο, ρητορεία, φλυαρία» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. «Ακαριαία, σαν να πίνεις το τοπίο μονορούφι σαν ένα ποτήρι κρύο νερό. Μια ομορφιά που πίνεται!».

Όπως σημειώνει στο λεύκωμα ο Στέλιος Λυδάκης, ο Π. Πρέκας «μεταβάλλεται σε πλανόδιο οδοιπόρο. Επισκέπτεται κάθε γωνιά της Ελλάδας από τα βόρεια σύνορά της ως και την Κρήτη, ενώ τα νησιά του αποκαλύπτονται σαν η κορωνίδα μιας φύσης που διαμορφώνεται από το φως, το βράχο, τον αέρα και το αίσθημα. Σταματά όπου το μάτι ανακαλύπτει την ομορφιά, που την ψάχνει και την αναζητά, και αμέσως επιστρατεύονται τα απαραίτητα σύνεργα. Το μεγάλο μπλοκ με χαρτί ακουαρέλας ξεφυλλίζεται, τα χρώματα ετοιμάζονται, τα πλατιά πινέλα ενεργοποιούνται και μέσα σε λίγο χρόνο καταγράφονται οι παλμοί μιας εσώτερης συγκίνησης, χωρίς αναστολές και αμφισβητήσεις».

«Το χαρτί κάθετα στημένο, ώστε να κυλάει το νερό. Το πινέλο θα περάσει γοργά για μια και μοναδική φορά, χωρίς επαναλήψεις και χωρίς άσπρο χρώμα, αφού το άσπρο το προσφέρει το χαρτί, λόγω της διαφάνειας του χρώματος, και η ευχή, όταν τελειώσω να 'χω το αίσθημα ότι δεν πρόλαβα να κάνω αυτό που ήθελα. Και εάν πάλι κάποια ευτυχής στιγμή βγάλει μια καλή ακουαρέλα, πιστέψτε με, ένα αίσθημα ζήλιας με διακατέχει, διότι, ξέρω πολύ καλά πως δεν πρόκειται να την ξανακάνω», σημείωνε ο Π. Πρέκας. «Η ακουαρέλα είναι η τέχνη του νερού» συνέχιζε. «Η προσπάθεια του καλλιτέχνη να συγκρατήσει την πρώτη εντύπωση ή μια ιδέα που φοβάται να μη χαθεί. Γι' αυτό είναι γρήγορη - νευρική - ατελείωτη. Μπορεί να μοιάζει με μια πρόχειρη σημείωση πάνω σε πακέτο από τσιγάρα, η οποία σε μια άλλη στιγμή θα βοηθήσει ένα κείμενο».

Μέσα από τις ακουαρέλες του Π. Πρέκα, που κρατήθηκαν σαν κόρη οφθαλμού σχεδόν σαράντα χρόνια, παρουσιάζεται η Ελλάδα του χθες, του σήμερα, του αύριο. Μια Ελλάδα διαχρονική. Η Ελλάδα όλων μας. Στις ακουαρέλες του, ο Π. Πρέκας, «ο έξοχος καλλιτέχνης και άνθρωπος» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Στέλιος Λυδάκης, «εκφράζει τη λατρεία του για μια χώρα που αγάπησε τόσο σαν φύση όσο και σαν ιδέα και για την οποία αισθανόταν υπερήφανος».

«Στο πέρασμα του καιρού», λέει η σύντροφος της ζωής του, ζωγράφος Μερόπη Πρέκα, «πολλά τοπία άλλαξαν μορφή. Άλλα χάθηκαν, γλίστρησαν στο χρόνο, όπως οι Ατσιπάδες της Κρήτης, κι άλλα διαλαλούν ες αεί την περήφανη ομορφιά τους, έτσι όπως ο δημιουργός τους θέλησε να μείνουν: σαν σύμβολα αιώνια. Κι ο Πάρις, που στην υπόλοιπη δουλειά του κρατιόταν σε μια λιτή πολυγνώτεια παλέτα, όταν βρισκόταν μπροστά στο "τοπίο" τον συνέπαιρνε ένα πάθος ερωτικό και ζωγράφιζε με ιερή Διονυσιακή μανία». «Κάθε πινελιά μύρια χρώματα. Τόσο δύσκολο να αποδοθούν στο τυπωμένο χαρτί. Διακαής του πόθος ήταν να γίνουν βιβλίο οι ακουαρέλες του από την Ελλάδα. Αυτά τα "διαλείμματα" της υπόλοιπης δουλειάς του, που προδίδουν τη βαθύτερη λατρεία του για τον τόπο».

«Ουσιαστικά η υδατογραφία του Πρέκα», σημειώνει στο λεύκωμα ο Χρύσανθος Α. Χρήστου, «είναι ένας διάλογός του με το φυσικό και τον ανθρώπινο χώρο, που τον βλέπει σαν ένα ζωντανό οργανισμό που έχει πάντα πολλά να του πει, τα οποία μεταφέρονται και στον ευαίσθητο θεατή. Για τη θέση και την ιστορία του, το παρελθόν και το παρόν του, το πρωί, το απόγευμα, το σούρουπο και το βράδυ, σε σύνολα που διακρίνονται για μια ποιητική ερμηνεία της ερωτικής πραγματικότητας». Έχοντας ασχοληθεί επί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες με την ακουαρέλα, ο Π. Πρέκας οδηγείται σε μία από τις κορυφαίες στιγμές της ελληνικής υδατογραφίας. Η γραφή του ιδιαίτερη, ορίζεται από ελάχιστες πινελιές και γόνιμες παραθέσεις αντιθετικών στοιχείων τόσο στο χρώμα όσο και στο σχέδιο. «Στην υδατογραφία, όπως άλλωστε και στην ελαιογραφία και τη γλυπτική του», καταλήγει ο Χρύσανθος Χρήστου, «ο Πρέκας μας δίνει μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές εργασίες της νεοελληνικής τέχνης. Έργα που διακρίνονται για τη βιωματική επαφή του με τον ανθρώπινο και φυσικό χώρο, τη γνησιότητα και την ειλικρίνεια της εκφραστικής του γλώσσας. Μια ζωγραφική, στην οποία συνδυάζεται θαυμάσια η πηγαιότητα της έμπνευσης με την ποιότητα και τον εξαιρετικό πλούτο της γλώσσας του, την εσωτερικότητα και την εκφραστική αλήθεια των διατυπώσεών του».

«Η τέχνη είναι μια γλώσσα που θέλει να μιλήσει», έλεγε συχνά ο καλλιτέχνης. «Η μαγεία του έργου τέχνης είναι ότι μπορεί να λέει κάτι πέραν αυτού που δείχνει...».

«Kλουβί 17-El Daba», αυτοβιογραφική προσωπογραφία του Πάρι Πρέκα
(σε βιβλίο από τον «Aιγόκερω»)
«H αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» και για τους δικούς του, τη σύντροφο της ζωής και της δημιουργίας, τη ζωγράφο Mερόπη Πρέκα, την κόρη τους Xριστίνα, τον εγγονό Γεωργάκη, τους φίλους του από τον κύκλο τον καλλιτεχνικό, ο Πάρις Πρέκας, ο αγγελόμορφος νέος που έμεινε ως το πρόωρο τέλος του ωραίος Paris Prekas 2στο πρόσωπο και την ψυχή, είναι πάντα ζωντανός, μέσα από το έργο του, από τα οράματά του, από τα γραπτά και τις σημειώσεις του. Το 2005 μας τον ξαναέφερε κοντά μας μέσα από μία βιωματική εμπειρία της εφηβείας των 18 χρόνων που, όπως γράφει η Mερόπη Πρέκα «καταγράφεται ανεξίτηλα στην ψυχή του και άλλοτε γίνεται έρμα, βάρος που σε λυγίζει, κι άλλοτε γίνονται “φτερά του Iκάρου”.

O Πάρις Πρέκας ήταν Eαμίτης στην περίοδο της κατοχής και ζωγράφισε την «Eλλάδα που σπάει τις αλυσίδες» της σκλαβιάς. Aυτό έγινε αφορμή και στα Δεκεμβριανά του 1944 πιάστηκε και στάλθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην El Daba της Aιγύπτου». Tο «Kλουβί 17 - El Daba» του Πάρι Πρέκα, έκδοση του Xώρου Tέχνης Aιγόκερως, «είναι η κατάθεση ψυχής, η ημερολογιακή περιγραφή της ζωής του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, που ο ζωγράφος έζησε στα 18 του χρόνια. O Πάρις Πρέκας ήταν μια περίεργα αναγεννησιακή προσωπικότητα», γράφει πάντα η Mερόπη Πρέκα στον πρόλογο του βιβλίου. «Tυχαία, στο εργαστήρι, βάζοντας τάξη, ανακάλυψα δύο κασέτες, ανάμεσα σε σχέδια και σημειώσεις με την αυτοβιογραφική εξιστόρηση της περιπέτειας της αιχμαλωσίας του στην El Daba. Φαντάζομαι, ότι θα πρέπει να τις είχε γράψει για να τις ακούσει, όταν μεγαλώσει λίγο, ο Γιωργάκης μας. Tην ιστορία εγώ την γνώριζα, από τα πρώτα κιόλας μας χρόνια μου την είχε διηγηθεί. Όμως τώρα, που άκουγα τη φωνή του, ζωντανή, ζεστή, σκέφτηκα ότι έπρεπε αυτό το κεφάλαιο της ζωής του να γίνει ευρύτερα γνωστό, γιατί αποκάλυπτε τις μύχιες μεταλλάξεις του...

Όλα σχεδόν τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε στη ζωγραφική του πορεία, τα άλογα, τα πλοία, τα τάνκερ, ο Iκαρος, όλα ήταν μέσα φυγής. Kι όλα κατέληγαν σε σύμβολα. Το 2005 θεωρητικά κλείνει ένας κύκλος του καταστροφικού εμφυλίου, που κόστισε στον τόπο, στους ανθρώπους και στις ψυχές μας. M’ αυτό το σκεπτικό, καταλήγει, οδηγήθηκα στην απόφαση να εκδοθεί αυτή η “αυτοβιογραφική προσωπογραφία”. Η έκδοση είναι σε πολυτονική γραφή, για λόγους αισθητικής, όπως θα την έγραφε ο Πάρις Πρέκας την εποχή που την έζησε.

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών σε μια εικαστική αλλά και λογοτεχνική ιστορική βραδιά, ένα ακόμα αφιέρωμα από μιαν άλλη οπτική στην προσωπικότητα του Πάρι Πρέκα.